Τι είναι το κοινωνικό άγχος των παιδιών; Πως το αντιμετωπίζουμε;


Κατεβάστε την εφαρμογή μας για Android από το Google Play εδώ


Αρκετά συχνά θα συναντήσουμε παιδιά στο οικογενειακό ή φιλικό μας περιβάλλον, που θα ντραπούν να ανταποδώσουν τον χαιρετισμό μας, που θα κρυφτούν πίσω από την μαμά ή τον μπαμπά όταν τους απευθύνουμε μια ερώτηση, ή που θα ανταποκριθούν, εμφανώς αμήχανα, με μια μονολεκτική φράση. Όταν ακούμε τον όρο κοινωνικό άγχος, πιθανόν, στο νου μας να φέρνουμε τέτοιες εμπειρίες. Πρόκειται, όμως, για κοινωνικό άγχος, ή απλά για μια φυσιολογική αναπτυξιακή περίοδο, όπου το παιδί ακόμα εξερευνά και αναπτύσσει τις κοινωνικές του δεξιότητες, και μπορεί να χαρακτηριστεί, απλά, ως ντροπαλό;

Είναι εξίσου φυσιολογικό ένα παιδί να νιώσει άνεση σε σύντομο χρονικό διάστημα με άγνωστα άτομα ή να χρειαστεί περισσότερο χρόνο για να μπορέσει να νιώσει την απαιτούμενη ασφάλεια ώστε να επικοινωνήσει με ένα νέο πρόσωπο. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως, μπορεί να βιώσει πολύ έντονο άγχος και φόβο, όταν θα πρέπει να συναναστραφεί με πλήθος κόσμου. Όλες αυτές οι συμπεριφορές αποτελούν ένα συνεχές, όπου στο ένα άκρο βρίσκεται η πλήρης άνεση στην κοινωνική επαφή και στο άλλο άκρο η ύπαρξη διαταραχής κοινωνικού άγχους (ή κοινωνικής φοβίας). Υπάρχουν διακριτά όρια ανάμεσα στην ύπαρξη κοινωνικών αναστολών, ως χαρακτηριστικό της προσωπικότητας ενός παιδιού (αυτό που χαρακτηρίζουμε ως «ντροπαλό παιδί») και μιας αγχώδους διαταραχής, όπως στην περίπτωση της διαταραχής κοινωνικού άγχους (ή κοινωνικής φοβίας).

Αναλυτικότερα, το κοινωνικό άγχος αφορά τον φόβο που βιώνει ένας άνθρωπος σε κοινωνικές καταστάσεις, δηλαδή όταν νιώθει ότι στην επαφή του με άλλους ανθρώπους, αυτοί θα τον περιεργάζονται επίμονα ή/και θα τον κρίνουν/θα τον χαρακτηρίσουν αρνητικά, ή ότι μπορεί, με κάποιο τρόπο, να γελοιοποιηθεί μπροστά στα μάτια τους. Ουσιαστικά, αποτελεί εκδήλωση ενός φόβου ότι κινδυνεύει ο κοινωνικός του εαυτός. Είναι συνήθως αντιληπτό, ότι ο φόβος αυτός είναι υπερμεγέθης της καταστάσεως (American Psychiatric Association, 2000).

Επιστημονικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η ηλικία έναρξης αυτής της διαταραχής έγκειται στην αρχή της εφηβείας (περίπου στα 10-13 έτη), χωρίς αυτό να αποκλείει την εμφάνισή της και σε μικρότερες ηλικίες (Atkinson & Hornby, 2002).

Συγκεκριμένα, ένα παιδί με κοινωνικό άγχος, τυπικά, θα φοβάται και θα αποφεύγει καταστάσεις, όπου:

– θα πρέπει να κάνει κάτι μπροστά σε άλλους (π.χ. να μιλήσει, να διαβάσει, να φάει, να πιει)
– θα πρέπει να αλληλεπιδράσει με άλλα άτομα ή συνομήλικους
– θα βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο

Γιατί σκέφτεται ότι:

– θα κάνει κάτι λάθος
– θα κάνει κάτι και θα το κοροϊδέψουν
– θα καταλάβουν ότι φοβάται, γιατί θα κοκκινίσει, θα τρέμει, θα ιδρώνει ή θα χάσει τα λόγια του.
– θα το χαρακτηρίσουν αρνητικά

Κοινωνικό άγχος δεν είναι…

– ο περιστασιακός φόβος σε περιπτώσεις όπου θα πρέπει ένα άτομο να μιλήσει ή να δραστηριοποιηθεί μπροστά σε κοινό.
– η κοινωνική συστολή, που παροδικά εμφανίζεται στα πλαίσια ενός εξελικτικού σταδίου της φυσιολογικής ανάπτυξης.

Σημαντικό είναι να επισημανθεί ότι στην εκδήλωση της κοινωνικής φοβίας δεν συμβάλλει μονομερώς ένας παράγοντας, αλλά συμβάλλουν πολλοί, όπως γενετικά και βιολογικά χαρακτηριστικά, στοιχεία της προσωπικότητας, γονικές συμπεριφορές και παράγοντες μάθησης (Lieb, Wittchen, Hofler, Fuetsch, Stein, & Merikangas, 2000)

Μήπως το παιδί μου είναι απλά ντροπαλό;

Κοινωνικό άγχος (ή φοβία), λίγο-πολύ, αντιμετωπίζουν όλοι οι άνθρωποι περιστασιακά, όταν κληθούν, για παράδειγμα, να στηρίξουν την άποψή τους μπροστά σε άλλους ή να παρουσιάσουν κάτι σε κοινό. Εκδηλώνεται όμως, ως ένα αίσθημα ντροπής που βιώνεται σε μεμονωμένες καταστάσεις και παροδικά. Όταν ένα παιδί, και δη ένας έφηβος/μια έφηβη, αντιμετωπίζει διαταραχή κοινωνικού άγχους, χαρακτηριστικά, προσπαθεί να αποφύγει κάθε κοινωνική κατάσταση που κρίνει ότι θα του/της προκαλέσει αυτό τον έντονο φόβο της αλληλεπίδρασης με άλλους ανθρώπους. Οπότε σταδιακά μπορεί να αρχίσει να απομονώνεται από την κοινωνική ζωή, να μειώνει τις δραστηριότητες του/της έξω από το σπίτι και να αρχίσει να χάνει φίλους και κοινωνικές επαφές. Όσο εδραιώνεται αυτός ο φαύλος κύκλος, όπου το παιδί απομονώνεται και αποφεύγει τις κοινωνικές συναναστροφές, οπότε εκ των πραγμάτων αρχίζουν να εκπίπτουν οι κοινωνικές δεξιότητές του, οδηγείται σε περαιτέρω απομόνωση, προβλήματα προσαρμογής και μείωση της αυτοεκτίμησής του/της. Επιπρόσθετα, μπορεί να παρουσιάσει αισθητή πτώση στην σχολική του/της επίδοση και στην πορεία να αρνείται συνολικά την σχολική φοίτηση. Σε μακροχρόνιες καταστάσεις, μπορεί να οδηγηθεί σε κατάθλιψη ή στην κατάχρηση ουσιών (Κάκουρος & Μανιαδάκη, 2002).

Σκέφτομαι μήπως πρέπει να επισκεφτούμε κάποιον/α ειδικό, αλλά δεν είμαι σίγουρος/η…

Έχοντας κατά νου, ότι το άγχος για τις κοινωνικές καταστάσεις είναι, έως ένα βαθμό αναμενόμενο και φυσιολογικό, και σίγουρα διαφέρει από παιδί σε παιδί, θα πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, εφόσον παρατηρούμε ότι το παιδί εκδηλώνει έντονο ή υπέρμετρο φόβο για την αλληλεπίδραση του με άλλους ανθρώπους και αυτή η συνθήκη επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Κάποιες ενδείξεις που οφείλουν να μας κινητοποιήσουν για να ζητήσουμε την γνώμη κάποιου ειδικού είναι:

– έντονος και επίμονος φόβος για κοινωνικές καταστάσεις
– άγχος για κοινωνικές καταστάσεις που μπορεί να οδηγήσει σε κρίση πανικού
– αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων, ή ανοχή τους, με ένταση και δυσφορία
– αποφυγή ομαδικών δραστηριοτήτων
– εικόνα ήσυχου και συνεσταλμένου παιδιού, μοναχικού και απομονωμένου
– φόβος ότι θα γίνει ρεζίλι ή ότι θα το κοροϊδέψουν, γιατί θα κοκκινίσει, θα ιδρώσει, θα χάσει τα λόγια του/της
– έντονη προσπάθεια να περνά απαρατήρητο/αόρατο, στην επαφή του με κόσμο
– έντονος φόβος να ζητήσει την βοήθεια του/της εκπαιδευτικού, όταν την χρειάζεται
– έντονος φόβος να εκφράσει μια απορία ή μιλήσει μέσα στη σχολική τάξη

(Κάκουρος & Μανιαδάκη, 2002; Atkinson & Hornby, 2002).

Τι θα μου προτείνει ο/η ειδικός;

Η διαταραχή κοινωνικού άγχους, είναι μια διαταραχή που σε χρόνια μορφή μπορεί να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες να αναπτυχθεί κατάθλιψη ή κατάχρηση ουσιών, πιθανόν και ως απόρροια της κοινωνικής απομόνωσης, στην οποία συνήθως οδηγεί (Stein & Chavira, 1998). Δεδομένα που μας ωθούν να δώσουμε έμφαση στην έγκαιρη παρέμβαση προκειμένου να αναγνωριστεί η ύπαρξη μιας τέτοιας φοβίας στο παιδί και να εκπαιδευθεί άμεσα στην αποτελεσματικότερη διαχείριση των προβλημάτων που απορρέουν από αυτήν, πριν αρχίσουν να εκπίπτουν οι κοινωνικές του δεξιότητες και απομονωθεί πλήρως.

Ο/η ειδικός θα λάβει τις απαραίτητες πληροφορίες από τους γονείς ή τους φροντιστές του παιδιού και από το ίδιο το παιδί (πιθανόν και από το σχολείο του) προκειμένου να εντοπίσει τις δυσκολίες του και να αξιολογήσει, αν οι συμπεριφορές αυτές που εκδηλώνει, εμπίπτουν στο φάσμα της διαταραχής του κοινωνικού άγχους.

Στη συνέχεια, θα προτείνει την θεραπεία και τον αριθμό των συναντήσεων που απαιτούνται για τις συγκεκριμένες δυσκολίες. Η θεραπεία, συνήθως αφορά στην μείωση των αποφυγών που κάνει το παιδί και στην ενίσχυσή του, προκειμένου να διαχειριστεί κατάλληλα το άγχος που βιώνει, ώστε να εκτίθεται σε κοινωνικές καταστάσεις, με στόχο να μειωθεί το άγχος, να μην απομονώνεται και να αυξηθεί η αυτοεκτίμησή του. Αφορά στην εκπαίδευση του παιδιού και των γονιών του, σε νέες συμπεριφορές, πάντα με την καθοδήγηση του ειδικού (Βασιλάκη, 2008).

Εγώ, ως γονέας, μπορώ να βοηθήσω το παιδί μου;

Σε κάθε περίπτωση η εξασφάλιση ενός ασφαλούς και υποστηρικτικού περιβάλλοντος για το παιδί, και η ενδυνάμωσή του σε πολλαπλά επίπεδα, συμβάλει στην ελαχιστοποίηση του μεγέθους των συνεπειών από οποιαδήποτε δυσκολία αντιμετωπίζει ένα παιδί.

Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί κατά την αντιμετώπιση ενός παιδιού που πιθανόν να εκδηλώνει κοινωνικό άγχος, καθώς συχνά τείνει το περιβάλλον να θεωρεί ότι το παιδί συμπεριφέρεται έτσι λόγω ιδιοσυγκρασίας ή λόγω ηλικίας. Επιπρόσθετα, είναι εύκολο, επειδή τα παιδιά με κοινωνικό άγχος επιδιώκουν να περνούν απαρατήρητα, να ξεφύγουν της προσοχής των ενηλίκων και να παραμένουν απομονωμένα για όλη τους την παιδική και εφηβική τους ηλικία.

Οι γονείς μπορούν να έχουν κατά νου ότι:

– η ντροπαλότητα αφορά την αργή εξοικείωση με μια κοινωνική κατάσταση, ενώ το κοινωνικό άγχος αφορά έντονο φόβο και αποφυγή.
– το παιδί με κοινωνικό άγχος βιώνει δυσφορία, ένταση και συνήθως, σωματικές αντιδράσεις (κοκκίνισμα, τρέμουλο, πόνος στο στομάχι, εφίδρωση, ταχυπαλμία, κ.α.).
– το παιδί με κοινωνικό άγχος αποφεύγει την βλεμματική επαφή
– το παιδί με κοινωνικό άγχος αποφεύγει ομαδικές δραστηριότητες
– το παιδί με κοινωνικό άγχος σκέφτεται πολλές μέρες πριν, για ένα επερχόμενο κοινωνικό γεγονός, και πώς θα διαχειριστεί την παρουσία του εκεί
– το παιδί με κοινωνικό άγχος σταδιακά χάνει πηγές ευχαρίστησης και διασκέδασης
– το παιδί με κοινωνικό άγχος μπορεί να εκδηλώνει και άρνηση σχολικής φοίτησης

Συνοψίζοντας, αξίζει να θυμόμαστε ότι το κοινωνικό άγχος των παιδιών είναι εύκολο να περνά απαρατήρητο, καθώς οι γονείς/φροντιστές του παιδιού προκειμένου να το προστατεύσουν, μπορεί να μην το αφήνουν να εκτίθεται σε κοινωνικές καταστάσεις και ως εκ τούτου να μην εκδηλώνεται το άγχος του. Αν όμως εντοπιστεί έγκαιρα, είναι πλήρως αντιμετωπίσιμο, με την βοήθεια ενός ειδικού.

Για οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία ή διευκρίνιση, μπορείτε να καλέσετε στην «Ευρωπαϊκή Γραμμή Υποστήριξης Παιδιών 116111» ώστε να συζητήσετε με έναν ψυχολόγο όλα αυτά που μπορεί να σας απασχολούν σε σχέση με το παιδί σας.

Βιβλιογραφία:

Βασιλάκη, Ε. (2008). Διαταραχές άγχους και οι επιπτώσεις τους στη λειτουργία του γνωστικού συστήματος των παιδιών. Στο Κουρκούτας, Η. & Chartier, J. P. (επιμ.). Παιδιά και έφηβοι με ψυχοκοινωνικές και μαθησιακές διαταραχές. Στρατηγικές παρέμβασης. Αθήνα: Τόπος.
Κάκουρος, Ε. & Μανιαδάκη, Κ. (2002). Ψυχοπαθολογία παιδιών και εφήβων – Αναπτυξιακή προσέγγιση. Αθήνα: Τυπωθήτω.
American Psychiatric Association (2000). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (4th ed., Text Revision). Washington, DC: Author.
Atkinson, M. & Hornby, G. (2002). Mental health handbook for schools. London: Routledge Falmer.
Stein, M.B., & Chavira, D.A. (1998). Subtypes of social phobia and comorbidity with depression and other anxiety disorders. Journal of affective disorders, Vol.50, pp11-16.
Lieb, R., Wittchen, H., Hofler, M., Fuetsch, M., Stein, M. B., Merikangas, K. R. (2000). Parental psychopathology, parental styles and the risk of social phobia in offsping. Archives of General Psychiatry,Vol. 57, pp. 859-866.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

Βασιλάκη, Ε., Τριλίβα, Σ., & Μπεζεβέγκης, Η. (2001). Το στρες, το άγχος και η αντιμετώπιση τους. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Beck, A. T., & Emery, G. (1985). Anxiety disorders and phobias: A cognitive perspective. New York: Basic Books.

https://www.hamogelo.gr

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...